Υπερλιπιδαιμία

Τι σημαίνει υψηλή χοληστερίνη και ποιοι είναι οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν;

Πρόκειται για μεταβολική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αυξημένα λιπίδια στο αίμα, δηλαδή χοληστερόλη ή/και τριγλυκερίδια. Η χοληστερόλη είναι απαραίτητη για τον οργανισμό, καθώς συμμετέχει στη δομή των κυτταρικών μεμβρανών, στη μεταφορά των βιταμινών A, D, E και K, καθώς και στην παραγωγή ορμονών και χολής. Τα τριγλυκερίδια, από την άλλη, αποτελούν κύρια πηγή καυσίμου και αποθήκη ενέργειας για τον οργανισμό.

Η χοληστερόλη μεταφέρεται στο αίμα μέσω δύο βασικών λιποπρωτεϊνών: της HDL, γνωστής ως «καλή χοληστερίνη» επειδή έχει προστατευτική δράση, και της LDL, γνωστής ως «κακή χοληστερίνη» επειδή συνδέεται με την ανάπτυξη στεφανιαίας νόσου.

Η περίσσεια λιπιδίων ενέχει σοβαρούς κινδύνους: συμβάλλει στην παχυσαρκία, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε αντίσταση στην ινσουλίνη και προδιάθεση για διαβήτη, ενώ η συσσώρευσή της στα αγγεία —στεφανιαία και καρωτίδες— σχηματίζει αθηρωματική πλάκα που μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα ή εγκεφαλικό. Το κάπνισμα και η καθιστική ζωή επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία της αθηρωμάτωσης, ενώ τιμές τριγλυκεριδίων άνω των 350-400 mg/dL σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο παγκρεατίτιδας.

Αρκεί να γνωρίζουμε μόνο την ολική χοληστερίνη μας ή έχουν αλλάξει τα δεδομένα;

Η διάγνωση γίνεται με βιοχημικές εξετάσεις μετά από 12-14 ώρες νηστείας. Ένα συνηθισμένο λάθος είναι να εξετάζεται μόνο η ολική χοληστερόλη, που αποτελεί απλώς το άθροισμα LDL, HDL και VLDL — αυτό δεν αρκεί από μόνο του. Χρειάζεται ξεχωριστός έλεγχος της ολικής χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων, καθώς και της HDL και της LDL.

Πριν τεθεί η διάγνωση πρωτοπαθούς υπερλιπιδαιμίας, πρέπει να αποκλειστούν δευτεροπαθή αίτια, όπως θυρεοειδοπάθεια (μέσω της TSH), ηπατική νόσος (μέσω τρανσαμινασών και χολοστατικών ενζύμων), νεφρική δυσλειτουργία, διαβήτης, υπέρταση ή κεντρική παχυσαρκία στο πλαίσιο μεταβολικού συνδρόμου. Δευτερογενή υπερλιπιδαιμία μπορούν επίσης να προκαλέσουν ορισμένα φάρμακα, όπως τα κορτικοστεροειδή, τα διουρητικά υψηλών δόσεων, η ιντερφερόνη, τα οιστρογόνα και ορισμένα φάρμακα για τον καρκίνο του μαστού, ενώ το αλκοόλ αυξάνει τόσο την HDL όσο και την LDL.

Χρειάζεται λεπτομερές ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, ώστε να διακριθεί αν πρόκειται για πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή υπερλιπιδαιμία, καθώς και συμπληρωματικές εξετάσεις όπως το triplex καρωτίδων. Η αντιμετώπιση πρέπει πάντα να είναι σφαιρική, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του καρδιαγγειακού κινδύνου και όχι μία μεμονωμένη παράμετρο.

Πότε αρκεί η δίαιτα και η άσκηση και πότε χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή;

Το πρώτο βήμα είναι πάντα η υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση: αερόβια άσκηση 30 λεπτών καθημερινά και υπολιπιδαιμική δίαιτα, φτωχή σε ζωικά λίπη και πλούσια σε φυτικές ίνες και στερόλες, με στόχο μείωση 10% σε έξι μήνες.

Ο στόχος της θεραπείας είναι πρωτίστως η μείωση της LDL και δευτερευόντως η αύξηση της HDL. Τα όρια δεν είναι σταθερά, αλλά εξατομικεύονται βάσει του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου κάθε ασθενούς, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, το φύλο, το οικογενειακό ιστορικό, το κάπνισμα, την υπέρταση και τη χαμηλή HDL — όχι απλώς τις γενικές τιμές αναφοράς του εργαστηρίου.

Η φαρμακευτική αγωγή είναι συνήθως διά βίου, με πρώτη γραμμή τις στατίνες. Σε περίπτωση δυσανεξίας, με μυαλγίες και σημαντική αύξηση της CPK ή των ηπατικών ενζύμων, χρησιμοποιείται η εζετιμίμπη, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό, ή πλέον και το βεμπεδοϊκό οξύ, ένα νεότερο από του στόματος φάρμακο για ασθενείς που δεν ανέχονται τις στατίνες. Σε ασθενείς υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου που δεν επιτυγχάνουν τον στόχο LDL παρά τη μέγιστη ανεκτή αγωγή, διατίθενται πλέον και οι αναστολείς PCSK9, μονοκλωνικά αντισώματα που χορηγούνται με ένεση κάθε δύο έως τέσσερις εβδομάδες, καθώς και η ινκλισιράνη, ένα φάρμακο τεχνολογίας siRNA που χορηγείται με ένεση μόλις δύο φορές τον χρόνο — και τα δύο προσφέρουν πολύ σημαντική επιπλέον μείωση της LDL. Για υψηλά τριγλυκερίδια χρησιμοποιείται η φαινοφιμπράτη ή τα ω-3 λιπαρά οξέα.

Η υπερλιπιδαιμία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μέρος του ευρύτερου μεταβολικού συνδρόμου, παράλληλα με τη διακοπή του καπνίσματος, τη ρύθμιση της υπέρτασης και του διαβήτη, και την τακτική άσκηση.

Τι πρέπει να προσέχουμε στην καθημερινή μας διατροφή για να μειώσουμε τη χοληστερίνη;

Καλό είναι να αποφεύγονται τα τηγανιτά, το βούτυρο, η μαργαρίνη και η μαγιονέζα, τα λιπαρά κρέατα όπως το αρνί, το κατσίκι και τα λιπαρά κομμάτια χοιρινού ή μοσχαρίσιου, οι κονσέρβες, τα αλλαντικά και το μπέικον, τα γλυκά, η ζάχαρη, τα παγωτά και τα αναψυκτικά, τα αλκοολούχα ποτά και οι τυρόπιτες.

Αντίθετα, προτιμώνται τα ψητά, τα φαγητά στον ατμό ή βραστά, τα αρωματικά χόρτα αντί για αλάτι, το ψάρι και το κοτόπουλο χωρίς πέτσα, η γαλοπούλα, τα γαλακτοκομικά χαμηλών λιπαρών, το ελαιόλαδο με μέτρο, τα τρόφιμα ολικής αλέσεως, τα όσπρια, τα φρούτα και τα λαχανικά καθημερινά, καθώς και μια σαλάτα σε κάθε γεύμα.

Άλλες χρήσιμες συστάσεις είναι η μειωμένη κατανάλωση αλκοόλ, με προτίμηση στο κρασί, η επαρκής πρόσληψη υγρών, ο περιορισμός του αλατιού, καθώς και τακτικά γεύματα —τρία κύρια και ελαφριά ενδιάμεσα σνακ— αποφεύγοντας το φαγητό αργά το βράδυ.